volitional
vo
li
ˈlɪ
li
tional
ʃənl
shēnl
vocational

Ορισμός και σημασία του "volitional"στα αγγλικά

volitional
01

προαιρετικός, συνειδητή και εσκεμμένη

(of actions or decisions) made consciously and deliberately 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most volitional
συγκριτικός βαθμός
more volitional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His volitional choice to pursue higher education greatly influenced his career path. 

Η θελησιακή επιλογή του να ακολουθήσει ανώτερη εκπαίδευση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της καριέρας του.

Λεξικό Δέντρο

volitionally
volitional
volition
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store