volcano
vol
vɑl
βαλ
ca
ˈkeɪ
κει
no
noʊ
νου
/vɒlˈkeɪnəʊ/

Ορισμός και σημασία του "volcano"στα αγγλικά

01

ηφαίστειο, ηφαιστειακό βουνό

a mountain with an opening on its top, from which melted rock and ash can be pushed out into the air
volcano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
volcanoes
Παραδείγματα
Earthquakes often occur near active volcanoes.
Οι σεισμοί συμβαίνουν συχνά κοντά σε ενεργά ηφαίστεια.
1.1

ηφαίστειο

a mountain formed by volcanic material

Λεξικό Δέντρο

volcanic
volcanology
volcano
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store