vocalization
Pronunciation
/vˌoʊkəlaɪzˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "vocalization"στα αγγλικά

01

φωνητικοποίηση, εκπομπή φωνής

the sound made by the vibration of vocal folds modified by the resonance of the vocal tract
vocalization definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vocalizations
02

φωνητική έκφραση, παραγωγή φωνής

the act of using the voice to produce sounds or speech
Παραδείγματα
Her vocalization during the audition was powerful and emotionally charged.
Η φωνητική της έκφραση κατά την ακρόαση ήταν ισχυρή και συναισθηματικά φορτισμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store