vocalization
vo
ˌvəʊ
βεου
ca
κα
li
laɪ
λαι
za
ˈzeɪ
ζει
tion
ʃən
σαν
vocalisation

Ορισμός και σημασία του "vocalization"στα αγγλικά

01

φωνητικοποίηση, εκπομπή φωνής

the sound made by the vibration of vocal folds modified by the resonance of the vocal tract 
vocalization definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vocalizations
02

φωνητική έκφραση, παραγωγή φωνής

the act of using the voice to produce sounds or speech 
Παραδείγματα
The baby's first vocalization brought smiles to everyone in the room. 

Η πρώτη φωνητική έκφραση του μωρού έφερε χαμόγελα σε όλους στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store