Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vocalist
01
τραγουδιστής, βοκαλίστας
a person who sings, especially one performing in a rock, jazz or pop band
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vocalists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vocalist
vocal



























