Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vocalism
01
φωναρχία, φωνητικός ήχος
the sound made by the vibration of vocal folds modified by the resonance of the vocal tract
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vocalisms
02
φωνηεντισμός, σύστημα φωνηέντων
the system of vowels used in a particular language
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vocalism
vocal



























