vocal
vo
ˈvoʊ
βου
cal
kəl
καλ
/ˈvəʊkəl/

Ορισμός και σημασία του "vocal"στα αγγλικά

01

φωνητικός, σχετικός με τη φωνή

relating to the voice, especially the human voice
Παραδείγματα
Vocal hygiene practices, such as staying hydrated and avoiding excessive shouting, can help prevent vocal cord problems.
Οι πρακτικές υγιεινής της φωνής, όπως η υδάτωση και η αποφυγή υπερβολικής φωνής, μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη προβλημάτων με τις φωνητικές χορδές.
02

φωνητικός, προοριζόμενος για τραγούδι

relating to or intended for singing
Παραδείγματα
The composer focused on vocal arrangements for the opera.
Ο συνθέτης επικεντρώθηκε στις φωνητικές διασκευές για την όπερα.
03

φωνητικός, εκφραστικός

giving opinions loudly or freely
Παραδείγματα
The employees were vocal in expressing their dissatisfaction with the new management policies.
Οι εργαζόμενοι ήταν φωνακλάδες εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για τις νέες πολιτικές διαχείρισης.
04

θορυβώδης, γεμάτος φωνές

characterized by or full of voices or vocal sounds
Παραδείγματα
Birds made the forest vocal at dawn.
Τα πουλιά έκαναν το δάσος φωνητικό στην αυγή.
01

τραγούδι, φωνητικό

music composed for one or more singers, typically with instrumental accompaniment
Παραδείγματα
A beautiful vocal, accompanied by strings, opened the show.
Ένα όμορφο φωνητικό, συνοδευόμενο από έγχορδα, άνοιξε την παράσταση.
02

φωνητικό, φωνητικό μέρος

a section or part of a musical composition that is sung
Παραδείγματα
The vocal in this song conveys the heart of the message.
Ο φωνητικός σε αυτό το τραγούδι μεταφέρει την καρδιά του μηνύματος.

Λεξικό Δέντρο

vocalise
vocalize
vocally
vocal
voice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store