Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vivify
01
ζωοποιώ, αναζωογονώ
to revive something or restore its vitality
Παραδείγματα
The arrival of spring vivifies nature, as dormant plants awaken and burst into vibrant colors.
Η άφιξη της άνοιξης ζωντανεύει τη φύση, καθώς οι αδρανείς φυτές ξυπνούν και ξεσπούν σε ζωηρά χρώματα.
02
ζωοποιώ, ενθαρρύνω
to help something become much more lively and amusing
Παραδείγματα
The photographer skillfully used lighting techniques to vivify the portraits, bringing out the subject's personality and charm.
Ο φωτογράφος χρησιμοποίησε επιδέξια τεχνικές φωτισμού για να ζωντανέψει τα πορτρέτα, αναδεικνύοντας την προσωπικότητα και τη γοητεία του θέματος.
Λεξικό Δέντρο
revivify
vivification
vivify



























