Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vitriol
01
δηκτική κριτική, σκληρά σχόλια
criticism or comments that are severely cruel and hurtful
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The comments section was filled with vitriol after the controversial announcement was made.
Το τμήμα σχολίων γέμισε με δριμύτητα μετά την αμφιλεγόμενη ανακοίνωση.
02
βιτριόλι, θειικό οξύ
(H2SO4) a highly corrosive acid made from sulfur dioxide; widely used in the chemical industry
to vitriol
01
βρισιάζω, κατακρίνω πικρά
subject to bitter verbal abuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vitriol
γ΄ ενικό πρόσωπο
vitriols
ενεστώτα μετοχή
vitrioling
απλός αόριστος
vitrioled
παθητική μετοχή
vitrioled
02
εκθέτω στα αποτελέσματα του βιτριόλιου, τραυματίζω με βιτριόλι
expose to the effects of vitriol or injure with vitriol
Λεξικό Δέντρο
vitriolic
vitriol



























