vitriol
vit
ˈvɪt
vit
riol
riəl
riēl

Ορισμός και σημασία του "vitriol"στα αγγλικά

01

δηκτική κριτική, σκληρά σχόλια

criticism or comments that are severely cruel and hurtful 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vitriols
Παραδείγματα
Critics unleashed a storm of vitriol towards the artist's new, provocative work. 

Οι κριτικοί ξέσπασαν μια καταιγίδα δριμείας κριτικής προς το νέο, προκλητικό έργο του καλλιτέχνη.

02

βιτριόλι, θειικό οξύ

(H2SO4) a highly corrosive acid made from sulfur dioxide; widely used in the chemical industry 
to vitriol
01

βρισιάζω, κατακρίνω πικρά

subject to bitter verbal abuse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vitriol
γ΄ ενικό πρόσωπο
vitriols
ενεστώτα μετοχή
vitrioling
απλός αόριστος
vitrioled
παθητική μετοχή
vitrioled
02

εκθέτω στα αποτελέσματα του βιτριόλιου, τραυματίζω με βιτριόλι

expose to the effects of vitriol or injure with vitriol 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store