blind alley
blind
ˈblaɪnd
blaind
a
æ
ā
lley
li
li

Ορισμός και σημασία του "blind alley"στα αγγλικά

01

αδιέξοδο, άκαρπη πορεία

a course or situation that yields no useful results 
blind alley definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blind alleys
Παραδείγματα
The investigation turned into a blind alley. 

Η έρευνα κατέληξε σε αδιέξοδο.

02

αδιέξοδο, τυφλό σοκάκι

a passage or street allowing entry and exit from one end 
Παραδείγματα
Their house is tucked away at the end of a quiet blind alley. 

Το σπίτι τους είναι κρυμμένο στο τέλος μιας ήσυχης αδιέξοδης οδού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store