blind alley
Pronunciation
/blˈaɪnd ˈæli/

Ορισμός και σημασία του "blind alley"στα αγγλικά

01

αδιέξοδο, άκαρπη πορεία

a course or situation that yields no useful results
blind alley definition and meaning
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blind alleys
Παραδείγματα
The team 's tactics were a blind alley, with no way to score or win the game.
Η νέα θεωρία οδήγησε τους ερευνητές σε αδιέξοδο.
02

αδιέξοδο, τυφλό σοκάκι

a passage or street allowing entry and exit from one end
Παραδείγματα
We got lost and ended up in a blind alley with no way through.
Χαθήκαμε και καταλήξαμε σε ένα αδιέξοδο χωρίς διέλευση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store