Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blind alley
01
αδιέξοδο, άκαρπη πορεία
a course or situation that yields no useful results
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blind alleys
Παραδείγματα
The investigation turned into a blind alley.
Η έρευνα κατέληξε σε αδιέξοδο.
02
αδιέξοδο, τυφλό σοκάκι
a passage or street allowing entry and exit from one end
Παραδείγματα
Their house is tucked away at the end of a quiet blind alley.
Το σπίτι τους είναι κρυμμένο στο τέλος μιας ήσυχης αδιέξοδης οδού.
LanGeek



























