Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vitiate
01
ακυρώνω, ακυρώ
to cancel, nullify, or render something legally unenforceable
Transitive: to vitiate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vitiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vitiates
ενεστώτα μετοχή
vitiating
απλός αόριστος
vitiated
παθητική μετοχή
vitiated
Παραδείγματα
The judge decided that the clause was vitiated by ambiguity.
Ο δικαστής αποφάσισε ότι η ρήτρα ήταν ακυρωμένη λόγω ασάφειας.
02
χαλώ, αποδυναμώνω
to spoil, weaken, or reduce the usefulness or perfection of something
Transitive: to vitiate sth
Παραδείγματα
A single error can vitiate an otherwise flawless presentation.
Ένα μόνο λάθος μπορεί να χαλάσει μια διαφορετικά άψογη παρουσίαση.
03
διαφθείρω, νοθεύω
to debase, degrade, or corrupt someone or something, often through excess or immorality
Transitive: to vitiate sb/sth
Παραδείγματα
The emperor feared that idleness would vitiate his soldiers' discipline.
Ο αυτοκράτορας φοβόταν ότι η αδράνεια θα κατέστρεφε την πειθαρχία των στρατιωτών του.
Λεξικό Δέντρο
vitiated
vitiation
vitiate



























