Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Virulence
01
δηλητηριότητα, βλαπτικότητα
the harmfulness and the high contamination rate of a disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
δηλητηριότητα, ακραία εχθρότητα
extreme hostility
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
virulency
virulence
virul



























