virulence
Pronunciation
/ˈvɪɹəɫəns/

Ορισμός και σημασία του "virulence"στα αγγλικά

01

δηλητηριότητα, βλαπτικότητα

the harmfulness and the high contamination rate of a disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δηλητηριότητα, ακραία εχθρότητα

extreme hostility

Λεξικό Δέντρο

virulency
virulence
virul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store