virtuosity
vir
ˌvɜ:
tuo
ˈʧuɒ
chooo
si
ty
ti
ti
pomposityreciprocity

Ορισμός και σημασία του "virtuosity"στα αγγλικά

01

βιρτουοζιτέ, τεχνική δεξιοτεχνία

exceptional technical skill, fluency, or style in a particular art or field, shown at a masterful level 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The pianist's virtuosity amazed the audience. 

Η βιρτουοζία του πιανίστα εξέπληξε το κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

virtuosity
virtu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store