virtual
vir
ˈvɜr
βερρ
tual
ʧuəl
τσουαλ
British pronunciation
/vˈɜːt‍ʃuːə‍l/

Ορισμός και σημασία του "virtual"στα αγγλικά

01

εικονικός

(of a place, object, etc.) generated through the use of software
example
Παραδείγματα
The company created a virtual tour of their new office space for potential clients to explore remotely.
Η εταιρεία δημιούργησε μια εικονική περιήγηση του νέου χώρου γραφείων της για να μπορούν οι πιθανοί πελάτες να τον εξερευνήσουν εξ αποστάσεως.
02

εικονικός, σχεδόν πραγματικός

very similar to the actual thing in almost every way
example
Παραδείγματα
Her virtual experience of the concert felt almost as real as being there in person.
Η εικονική της εμπειρία από τη συναυλία ένιωσε σχεδόν τόσο πραγματική όσο το να βρίσκεται εκεί προσωπικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store