Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virtual
01
εικονικός
(of a place, object, etc.) generated through the use of software
Παραδείγματα
The company created a virtual tour of their new office space for potential clients to explore remotely.
Η εταιρεία δημιούργησε μια εικονική περιήγηση του νέου χώρου γραφείων της για να μπορούν οι πιθανοί πελάτες να τον εξερευνήσουν εξ αποστάσεως.
02
εικονικός, σχεδόν πραγματικός
very similar to the actual thing in almost every way
Παραδείγματα
Her virtual experience of the concert felt almost as real as being there in person.
Η εικονική της εμπειρία από τη συναυλία ένιωσε σχεδόν τόσο πραγματική όσο το να βρίσκεται εκεί προσωπικά.
Λεξικό Δέντρο
virtually
virtual



























