vigilant
vi
ˈvɪ
vi
gi
ʤɪ
ji
lant
lənt
lēnt

Ορισμός και σημασία του "vigilant"στα αγγλικά

01

επιφυλακτικός, προσεκτικός

cautious and attentive of one's surrounding, especially to detect and respond to potential dangers or problems 
vigilant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vigilant
συγκριτικός βαθμός
more vigilant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The security guard remained vigilant throughout the night, monitoring the premises for any suspicious activity. 

Ο φύλακας ασφαλείας παρέμεινε επιφυλακτικός όλη τη νύχτα, παρακολουθώντας τις εγκαταστάσεις για οποιαδήποτε ύποπτη δραστηριότητα.

Λεξικό Δέντρο

unvigilant
vigilantly
vigilant
vigil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store