Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vigilance
01
εγρήγορση, προσοχή
the state or quality of being watchful and attentive, especially to detect potential danger or problems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The security guard's vigilance prevented unauthorized access to the building.
Η εγρήγορση του φύλακα ασφαλείας απέτρεψε την μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στο κτίριο.
02
εγρήγορση
vigilant attentiveness
Λεξικό Δέντρο
vigilance
vigil



























