Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vie
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
to intensely compete with another person in order to achieve something
Intransitive: to vie for an achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vie
γ΄ ενικό πρόσωπο
vies
ενεστώτα μετοχή
vying
απλός αόριστος
vied
παθητική μετοχή
vied
Παραδείγματα
The two athletes vied for the championship title, displaying remarkable skill and determination.
Οι δύο αθλητές ανταγωνίστηκαν για τον τίτλο του πρωταθλητή, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία και αποφασιστικότητα.



























