victuals
vic
ˈvɪ
vi
tuals
ʧuəlz
chooēlz

Ορισμός και σημασία του "victuals"στα αγγλικά

01

τροφές, προμήθειες

food or provisions, especially when prepared for human consumption 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
victuals
Παραδείγματα
The restaurant proudly presented a menu filled with delicious victuals, ranging from appetizers to desserts. 

Το εστιατόριο παρουσίασε με περηφάνεια ένα μενού γεμάτο με νόστιμα τρόφιμα, από ορεκτικά μέχρι επιδόρπια.

02

τροφή, προμήθειες

a source of materials to nourish the body 
03

προμήθειες, αποθέματα τροφίμων

a stock or supply of foods 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store