victor
vic
ˈvɪk
vik
tor
vector

Ορισμός και σημασία του "victor"στα αγγλικά

01

νικητής, θριαμβευτής

someone who wins in a competition, game, or war 
victor definition and meaning
02

νικητής, πρωταθλητής

a combatant who is able to defeat rivals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
victors
αρσενικό ενικό
victor
θηλυκό ενικό
victress
neutral form
winner

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

victorious
victor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store