Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Victim
01
θύμα
a person who has been harmed, injured, or killed due to a crime, accident, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
victims
Παραδείγματα
The victim of the robbery was left shaken but unharmed after the ordeal.
Το θύμα της ληστείας άφησε να ταρακουνήσει αλλά άθικτο μετά την δοκιμασία.
02
θύμα, εξαπατημένος
someone who has been tricked or decieved
Λεξικό Δέντρο
victimize
victim



























