victim
vic
ˈvɪk
vik
tim
tɪm
tim
dictum

Ορισμός και σημασία του "victim"στα αγγλικά

01

θύμα

a person who has been harmed, injured, or killed due to a crime, accident, etc. 
victim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
victims
Παραδείγματα
The victim of the robbery was left shaken but unharmed after the ordeal. 

Το θύμα της ληστείας άφησε να ταρακουνήσει αλλά άθικτο μετά την δοκιμασία.

02

θύμα, εξαπατημένος

someone who has been tricked or decieved 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

victimize
victim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store