Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
veterinary
01
κτηνιατρικός, σχετικός με την κτηνιατρική
of or relating to veterinarians or veterinary medicine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, animals, profession
Veterinary
01
κτηνίατρος, ιατρός κτηνιατρικής
a doctor who practices veterinary medicine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
veterinaries
LanGeek



























