vesication
Pronunciation
/vˌɛsɪkˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "vesication"στα αγγλικά

01

φουσκάλωση, διαδικασία δημιουργίας φουσκαλών

the process of creating blisters on the skin, often for healing purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Vesication was applied to treat joint inflammation in historical medicine.
Η φουσκάλωση εφαρμοζόταν για τη θεραπεία της φλεγμονής των αρθρώσεων στην ιστορική ιατρική.

Λεξικό Δέντρο

vesication
vesicate
vesic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store