versatile
ver
ˈvɜr
βερρ
sa
σα
tile
təl
ταλ
/ˈvɜːsətaɪl/

Ορισμός και σημασία του "versatile"στα αγγλικά

01

πολυτάλαντος, ευπροσάρμοστος

(of a person) capable of effectively and skillfully performing a wide range of tasks or activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most versatile
συγκριτικός βαθμός
more versatile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The versatile artist explores different mediums and styles, from painting to sculpture and digital art.
Ο πολυτάλαντος καλλιτέχνης εξερευνά διαφορετικά μέσα και στυλ, από τη ζωγραφική έως τη γλυπτική και την ψηφιακή τέχνη.
1.1

πολυσχιδής, ικανός να χρησιμοποιηθεί ή να εφαρμοστεί με πολλούς τρόπους ή για διάφορους σκοπούς

(of things) able to be used or applied in multiple ways or for various purposes
Παραδείγματα
Her wardrobe includes versatile pieces that can be dressed up for work or dressed down for casual outings.
Η ντουλάπα της περιλαμβάνει πολύπλευρα κομμάτια που μπορούν να ντυθούν για τη δουλειά ή να φορεθούν πιο χαλαρά για καθημερινές εξόδους.
02

μεταβλητός, ασταθής

prone to change or alteration
Παραδείγματα
The machine 's settings are versatile, allowing frequent changes.
Οι ρυθμίσεις του μηχανήματος είναι πολύπλευρες, επιτρέποντας συχνές αλλαγές.
03

πολύπλευρος, ευέλικτος

able to move freely in all directions
Παραδείγματα
This joint allows versatile movement of the limbs.
Αυτή η άρθρωση επιτρέπει πολύπλευρη κίνηση των άκρων.
04

πολύπλευρος, προσαρμοστικός

(of a bird) able to move the toes both forward and backward
Παραδείγματα
Versatile birds adapt easily to different perches.
Τα πολύπλευρα πουλιά προσαρμόζονται εύκολα σε διαφορετικές κούρνιες.
05

πολύπλευρος, κινητός

having filaments attached near the middle of an anther so they can swing freely
Παραδείγματα
Versatile stamens increase the efficiency of reproduction.
Οι πολύπλευρες στήμονες αυξάνουν την αποτελεσματικότητα της αναπαραγωγής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store