Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ventilation shaft
01
άξονας αερισμού, αεραγωγός
a shaft in a building; serves as an air passage for ventilation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ventilation shafts
LanGeek



























