Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to venerate
01
σέβομαι, τιμώ
to feel or display a great amount of respect toward something or someone
Transitive: to venerate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
venerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
venerates
ενεστώτα μετοχή
venerating
απλός αόριστος
venerated
παθητική μετοχή
venerated
Παραδείγματα
The community venerated the wise elder for her wisdom and guidance.
Η κοινότητα σεβάστηκε τη σοφή γηραιά για τη σοφία και την καθοδήγησή της.
Λεξικό Δέντρο
venerating
veneration
venerator
venerate
vener



























