Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to venerate
01
σέβομαι, τιμώ
to feel or display a great amount of respect toward something or someone
Transitive: to venerate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
venerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
venerates
ενεστώτα μετοχή
venerating
απλός αόριστος
venerated
παθητική μετοχή
venerated
Παραδείγματα
The ceremony was held to venerate the cultural artifacts from the past.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε για να τιμήσει τα πολιτιστικά αντικείμενα του παρελθόντος.
Λεξικό Δέντρο
venerating
veneration
venerator
venerate
vener



























