vendible
Pronunciation
/vˈɛndəbəl/
vendable

Ορισμός και σημασία του "vendible"στα αγγλικά

01

πωλήσιμος, εμπορεύσιμος

suitable to be sold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vendible
συγκριτικός βαθμός
more vendible
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unvendible
vendible
vend
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store