velocity
ve
lo
ˈlɒ
lo
ci
si
ty
ti
ti
velleityveracity

Ορισμός και σημασία του "velocity"στα αγγλικά

01

ταχύτητα, επιτάχυνση

the speed at which something moves in a specific direction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The velocity of an object is the rate of change of its position with respect to time. 

Η ταχύτητα ενός αντικειμένου είναι ο ρυθμός μεταβολής της θέσης του σε σχέση με το χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hypervelocity
velocity
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store