Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
veiled
01
καλυμμένος, κρυμμένος
having or as if having a veil or concealing cover
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most veiled
συγκριτικός βαθμός
more veiled
διαβαθμίσιμο
02
σκεπασμένος, κρυμμένος
concealed, hidden, or obscured from view, often implying a degree of mystery or secrecy
Παραδείγματα
The company 's financial records revealed a veiled truth about its true financial health.
Τα οικονομικά αρχεία της εταιρείας αποκάλυψαν μια σκεπασμένη αλήθεια για την πραγματική οικονομική της υγεία.
Λεξικό Δέντρο
unveiled
veiled
veil



























