veiled
veiled
veɪld
veild
veined

Ορισμός και σημασία του "veiled"στα αγγλικά

01

καλυμμένος, κρυμμένος

having or as if having a veil or concealing cover 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most veiled
συγκριτικός βαθμός
more veiled
διαβαθμίσιμο
02

σκεπασμένος, κρυμμένος

concealed, hidden, or obscured from view, often implying a degree of mystery or secrecy 
Παραδείγματα
Her veiled remarks hinted at a deeper meaning that left everyone puzzled. 

Οι σκεπασμένες παρατηρήσεις της υπαινίσσονταν μια βαθύτερη σημασία που άφησε όλους σε σύγχυση.

Λεξικό Δέντρο

unveiled
veiled
veil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store