Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vatic
01
προφητικός, οραματιστικός
describing someone or something having qualities associated with prophecy or foresight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vatic
συγκριτικός βαθμός
more vatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The playwright 's vatic dialogue resonated with audiences, hinting at universal truths.
Ο vatic διάλογος του θεατρικού συγγραφέα βρήκε απήχηση στο κοινό, υπαινισσόμενος καθολικές αλήθειες.
Λεξικό Δέντρο
vaticinate
vatic



























