vatic
va
ˈvæ
βαι
tic
tɪk
τικ
/vˈatɪk/

Ορισμός και σημασία του "vatic"στα αγγλικά

01

προφητικός, οραματιστικός

describing someone or something having qualities associated with prophecy or foresight
Παραδείγματα
The playwright 's vatic dialogue resonated with audiences, hinting at universal truths.
Ο vatic διάλογος του θεατρικού συγγραφέα βρήκε απήχηση στο κοινό, υπαινισσόμενος καθολικές αλήθειες.

Λεξικό Δέντρο

vaticinate
vatic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store