Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vasectomy
01
βαζεκτομή
a surgical operation for male sterilization or permanent contraception
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vasectomies
Λεξικό Δέντρο
vasectomize
vasectomy



























