vascular
vas
ˈvæs
vās
cu
kjʊ
kyoo
lar
valvular

Ορισμός και σημασία του "vascular"στα αγγλικά

01

αγγειακός, σχετικός με τα αιμοφόρα αγγεία

relating to blood vessels, including arteries, veins, and capillaries, that transport blood throughout the body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Vascular diseases, such as atherosclerosis or peripheral artery disease, affect the blood vessels and can lead to serious health complications. 

Οι αγγειακές παθήσεις, όπως η αθηροσκλήρωση ή η περιφερική αρτηριακή νόσος, επηρεάζουν τα αιμοφόρα αγγεία και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπλοκές στην υγεία.

Λεξικό Δέντρο

vascularize
vascular
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store