Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Variance
01
διαφορά, διακύμανση
a difference or deviation from what is expected or typical
Παραδείγματα
The report showed a variance between projected and actual sales.
Η έκθεση έδειξε μια διακύμανση μεταξύ των προβλεπόμενων και των πραγματικών πωλήσεων.
02
εξαίρεση, ειδική άδεια
an official permission to act contrary to a rule, law, or regulation, especially in building or zoning
Παραδείγματα
Contractors must secure a variance for nonconforming designs.
Οι ανάδοχοι πρέπει να εξασφαλίσουν μια παράβαση για μη συμμορφούμενα σχέδια.
03
μεταβλητότητα, διακύμανση
the state or quality of being subject to change or variation
Παραδείγματα
The variance in test scores surprised the teachers.
Η διακύμανση στις βαθμολογίες των τεστ εξέπληξε τους δασκάλους.
Παραδείγματα
Variance is an important concept in probability theory and is used in various statistical analyses, such as hypothesis testing and regression analysis.
Η διακύμανση είναι μια σημαντική έννοια στη θεωρία πιθανοτήτων και χρησιμοποιείται σε διάφορες στατιστικές αναλύσεις, όπως οι δοκιμές υποθέσεων και η ανάλυση παλινδρόμησης.
05
διαφωνία, διχόνοια
disagreement that divides a group
Παραδείγματα
The union faced variance over contract negotiations.
Το σωματείο αντιμετώπισε διαφωνία στις διαπραγματεύσεις του συμβολαίου.
06
απόκλιση, διαφορά
an event or occurrence that departs from expectation
Παραδείγματα
Unexpected rain was a variance in the festival plans.
Η απρόσμενη βροχή ήταν μια μεταβολή στα σχέδια του φεστιβάλ.
Λεξικό Δέντρο
covariance
variance
vary



























