vaporizer
Pronunciation
/vˈeɪpɚɹˌaɪzɚ/
vaporiser
vapouriser
vapourizer

Ορισμός και σημασία του "vaporizer"στα αγγλικά

01

εξατμιστήρας, ατμοποιητής

a device used for converting liquid substances into vapor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaporizers

Λεξικό Δέντρο

vaporizer
vaporize
vapor
vape
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store