Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vaporizer
01
εξατμιστήρας, ατμοποιητής
a device used for converting liquid substances into vapor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaporizers
Λεξικό Δέντρο
vaporizer
vaporize
vapor
vape



























