Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vapor bath
01
ατμολουσό, ατμόλουτρο
a room that can be filled with steam in which people bathe; `vapour bath' is a British term
02
ατμόλουτρο, σαούνα
you sweat in a steam room before getting a rubdown and cold shower
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vapor baths



























