vanished
Pronunciation
/ˈvænɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "vanished"στα αγγλικά

01

εξαφανισμένος, ξεθωριασμένος

having passed out of existence
vanished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vanished
συγκριτικός βαθμός
more vanished
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store