vandalism
van
ˈvæn
vān
da
li
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "vandalism"στα αγγλικά

01

βανδαλισμός

the illegal act of purposefully damaging a property belonging to another person or organization 
vandalism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After the vandalism of the public library, the community came together to clean and restore the damaged areas. 

Μετά τον βανδαλισμό της δημόσιας βιβλιοθήκης, η κοινότητα συγκεντρώθηκε για να καθαρίσει και να αποκαταστήσει τις ζημιογόνες περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vandalism
vandal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store