bleary-eyed
blea
bliə
bliē
ry
ri
ri
eyed
aɪd
aid
teary-eyed

Ορισμός και σημασία του "bleary-eyed"στα αγγλικά

bleary-eyed
01

με κουρασμένα μάτια, με θολά μάτια

having tired or watery eyes that appear dull or unfocused, often used to describe someone who is sleepy or has been awake for an extended period 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bleary-eyed
συγκριτικός βαθμός
more bleary-eyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She woke up bleary-eyed after staying up all night studying for the exam. 

Ξύπνησε με θολά μάτια αφού πέρασε όλη τη νύχτα να μελετά για τις εξετάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store