Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bleary
01
θολός, θολωμένος
(of the eyes) dimmed and unfocused because of exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bleariest
συγκριτικός βαθμός
blearier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She rubbed her bleary eyes after staying up all night.
Τρίφτηκε τα θολά της μάτια αφού έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα.
02
θολός, ασαφής
indistinct or hazy in outline



























