bleary
blea
ˈbliə
bliē
ry
ri
ri
cheeryflittydrearydearie

Ορισμός και σημασία του "bleary"στα αγγλικά

01

θολός, θολωμένος

(of the eyes) dimmed and unfocused because of exhaustion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bleariest
συγκριτικός βαθμός
blearier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She rubbed her bleary eyes after staying up all night. 

Τρίφτηκε τα θολά της μάτια αφού έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα.

02

θολός, ασαφής

indistinct or hazy in outline 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store