Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vaguely
01
αόριστα, ασαφώς
in a manner characterized by a lack of clarity, imprecision, or uncertainty
Παραδείγματα
His response to the question was vaguely worded, leaving room for interpretation.
Η απάντησή του στην ερώτηση ήταν αόριστα διατυπωμένη, αφήνοντας χώρο για ερμηνεία.
Λεξικό Δέντρο
vaguely
vague



























