Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vacuum-clean
01
σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, καθαρίζω με ηλεκτρική σκούπα
clean with a vacuum cleaner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vacuum-clean
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacuum-cleans
ενεστώτα μετοχή
vacuum-cleaning
απλός αόριστος
vacuum-cleaned
παθητική μετοχή
vacuum-cleaned



























