to vacuum
Pronunciation
/ˈvækjum/

Ορισμός και σημασία του "vacuum"στα αγγλικά

to vacuum
01

σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα

to clean a surface by using a machine that sucks up dirt, dust, etc.
Dialect
hooverbritish flagBritish
Transitive: to vacuum a surface
to vacuum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vacuum
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacuums
ενεστώτα μετοχή
vacuuming
απλός αόριστος
vacuumed
παθητική μετοχή
vacuumed
Παραδείγματα
They vacuum the rugs and mats in the entryway to remove dirt and mud.
Αυτοί σκουπίζουν τα χαλιά και τις χαλάκια στην είσοδο για να αφαιρέσουν βρωμιά και λάσπη.
01

ηλεκτρική σκούπα, ηλεκτροκίνητη σκούπα

an electrical appliance that cleans surfaces by suction
vacuum definition and meaning
Παραδείγματα
He emptied the vacuum's dust container after use.
Άδειασε το δοχείο σκόνης του ηλεκτρικού σκούπα μετά τη χρήση.
02

κενό, κενός χώρος

an empty area or gap in a physical sense
vacuum definition and meaning
Παραδείγματα
The room had a vacuum in one corner where furniture was missing.
Το δωμάτιο είχε ένα κενό σε μια γωνία όπου έλειβε τα έπιπλα.
03

κενό, απόλυτο κενό

a space that is utterly empty of all matter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacuums
Παραδείγματα
The vacuum of space is characterized by extremely low pressure and the absence of atmosphere.
Το κενό του διαστήματος χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά χαμηλή πίεση και την απουσία ατμόσφαιρας.
04

κενό, κενό

a gap, lack, or absence in a situation, system, or abstract context
Παραδείγματα
The resignation created a vacuum in leadership that had to be filled.
Η παραίτηση δημιούργησε ένα κενό στην ηγεσία που έπρεπε να συμπληρωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store