to vacillate
va
ˈvæ
ci
si
llate
leɪt
leit
vacuolate

Ορισμός και σημασία του "vacillate"στα αγγλικά

to vacillate
01

ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι

to sway physically from side to side 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
vacillate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacillates
ενεστώτα μετοχή
vacillating
απλός αόριστος
vacillated
παθητική μετοχή
vacillated
Παραδείγματα
The needle on the compass began to vacillate wildly as they approached the magnetic anomaly. 

Η βελόνα της πυξίδας άρχισε να ταλαντεύεται άγρια καθώς πλησίαζαν στη μαγνητική ανωμαλία.

02

διστάζω, ταλαντεύομαι

to be undecided and not know what opinion, idea, or course of action to stick to 
Παραδείγματα
She is currently vacillating on which college to attend next year. 

Αυτήν τη στιγμή διστάζει για το σε ποιο κολέγιο να φοιτήσει το επόμενο έτος.

Λεξικό Δέντρο

vacillating
vacillation
vacillator
vacillate
vacill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store