utricle
ut
ˈju:t
yoot
ri
ri
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "utricle"στα αγγλικά

01

ουτρικούλιο, μικρή σακούλα γεμάτη υγρό στο εσωτερικό αυτί

a small, fluid-filled sac in the inner ear that helps detect changes in head position and linear acceleration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
utricles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store