Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Utricle
01
ουτρικούλιο, μικρή σακούλα γεμάτη υγρό στο εσωτερικό αυτί
a small, fluid-filled sac in the inner ear that helps detect changes in head position and linear acceleration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
utricles



























