Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utilitarian
01
χρησιμοθηρικός, λειτουργικός
functioning in a beneficial way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most utilitarian
συγκριτικός βαθμός
more utilitarian
διαβαθμίσιμο
02
χρηστικός, λειτουργικός
having a design that prioritizes practicality and usefulness over aesthetics
Παραδείγματα
The room was sparse but utilitarian, equipped with only the essentials.
Το δωμάτιο ήταν αραιό αλλά χρηστικό, εξοπλισμένο μόνο με τα απαραίτητα.
Utilitarian
01
ωφελιμιστής
someone who supports the theory that actions are morally right if they maximize happiness or pleasure and morally wrong if they cause unhappiness or pain, regardless of other outcomes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
utilitarians
Παραδείγματα
Utilitarians prioritize the greatest good for the greatest number, aiming to achieve the most favorable outcomes for society as a whole.
Οι χρησιμοθηρικοί προτεραιοποιούν το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό, με στόχο να επιτύχουν τα πιο ευνοϊκά αποτελέσματα για την κοινωνία στο σύνολό της.



























