uterine
u
ˈju:
yoo
te
rine
raɪn
rain

Ορισμός και σημασία του "uterine"στα αγγλικά

01

μητρικός, σχετικός με τη μήτρα

relating to the uterus, the organ in the female reproductive system where fetal development occurs during pregnancy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor examined her uterine lining to assess her fertility. 

Ο γιατρός εξέτασε το μητρικό της στοιχείο για να αξιολογήσει τη γονιμότητά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store