usurious
u
ju:
yoo
su
ˈzjʊə
zyue
rious
riəs
riēs

Ορισμός και σημασία του "usurious"στα αγγλικά

01

τοκογλυφικός, με υπερβολικά υψηλά επιτόκια

charging interest rates that are excessively high, to the point of being unreasonable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most usurious
συγκριτικός βαθμός
more usurious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, ethics, law
Παραδείγματα
The bank faced legal action for imposing usurious fees on unsuspecting customers. 

Η τράπεζα αντιμετώπισε νομικές ενέργειες για την επιβολή τοκογλυφικών χρεώσεων σε αφελείς πελάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

usuriously
usurious
usury
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store