Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to usurp
01
σφετερίζομαι, καταλαμβάνω παράνομα
to wrongly take someone else's position, power, or right
Transitive: to usurp a position or right
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
usurp
γ΄ ενικό πρόσωπο
usurps
ενεστώτα μετοχή
usurping
απλός αόριστος
usurped
παθητική μετοχή
usurped
Παραδείγματα
In many tales, evil stepmothers attempt to usurp the rightful place of the princess.
Σε πολλές ιστορίες, οι κακές μητριές προσπαθούν να σφετεριστούν τη νόμιμη θέση της πριγκίπισσας.
02
σφετερίζομαι, καταλαμβάνω παράνομα
to take someone’s position or role, often in an unfair or illegal way
Transitive: to usurp somebody in a position of power
Παραδείγματα
The prince's cousin attempted to usurp him as heir to the throne.
Ο ξάδερφος του πρίγκιπα προσπάθησε να σφετεριστεί τη θέση του ως διάδοχος του θρόνου.
Λεξικό Δέντρο
usurper
usurp



























