Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Using up
01
εξάντληση, κατανάλωση
the act of consuming something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
using ups
LanGeek



























