using up
u
ˈju:
γου
sing
zɪng
ζινγκ
up
ʌp
απ
/jˈuːzɪŋ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "using up"στα αγγλικά

01

εξάντληση, κατανάλωση

the act of consuming something
using up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
using ups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store