Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to usher in
[phrase form: usher]
01
ανακοινώνω, σηματοδοτώ την αρχή του
to indicate that something is about to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
usher
ενεστώτας
usher in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ushers in
ενεστώτα μετοχή
ushering in
απλός αόριστος
ushered in
παθητική μετοχή
ushered in
Παραδείγματα
The breaking news on the television ushered in a sense of urgency and concern.
Τα τελευταία νέα στην τηλεόραση σήμαναν μια αίσθηση επείγοντος και ανησυχίας.
usher in
01
θλιμμένα, χωρίς χαρά
in a joyless manner; without joy
γραμματικές πληροφορίες



























