to usher in
Pronunciation
/ˈʌʃɚɹ ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "usher in"στα αγγλικά

to usher in
[phrase form: usher]
01

ανακοινώνω, σηματοδοτώ την αρχή του

to indicate that something is about to happen
to usher in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
usher
ενεστώτας
usher in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ushers in
ενεστώτα μετοχή
ushering in
απλός αόριστος
ushered in
παθητική μετοχή
ushered in
Παραδείγματα
The breaking news on the television ushered in a sense of urgency and concern.
Τα τελευταία νέα στην τηλεόραση σήμαναν μια αίσθηση επείγοντος και ανησυχίας.
01

θλιμμένα, χωρίς χαρά

in a joyless manner; without joy
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store